Το άγνωστο σύμπαν, με τους αμέτρητους γαλαξίες και τα αναρίθμητα αστέρια, μάς προκαλεί να τους γνωρίζουμε, ενώ τους γνωρίζουμε. Ενώ, δηλαδή, είναι γνωστοί ως ύπαρξη, είναι γνωστοί μόνον κατά την εικόνα την οποία ο άνθρωπος έχει εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Αλλά αυτή είναι μόνο η εικόνα και όχι το περιεχόμενο. Δηλαδή βλέπαμε μέχρι τώρα τα αστέρια και τους γαλαξίες, ωστόσο πέραν της εικόνας δεν ξέραμε τίποτα άλλο.
Τώρα, τους τελευταίους δύο – κυρίως – αιώνες αρχίσαμε να τους εξερευνούμε σε μεγαλύτερο βάθος γνωριμίας, όχι γιατί τώρα γίνονται οι γαλαξίες, αλλά γιατί τώρα καταφέραμε να κατασκευάσουμε κατάλληλα μηχανήματα, με τα οποία αποκτούμε καλύτερη εικόνα, αλλά και πάλι τίποτα περισσότερο, διότι η απόσταση που μάς χωρίζει είναι αδιανόητη για τις ανθρώπινες ικανότητες μετακίνησης, άρα μένουμε μόνο στην πληρέστερη εικόνα – όσο πληρέστερη μπορεί να είναι – και τίποτα περισσότερο.
Ωστόσο, ο άνθρωπος δεν το βάζει κάτω. Παρά τα αδιέξοδα και την ανυπαρξία κατάλληλων μηχανημάτων, ο άνθρωπος επιμένει, διότι θεωρεί ότι από εκεί έχει να μάθει πολλά, ίσως όχι τόσο για την πρακτική του καθημερινότητα, αλλά γιατί όσο προσπαθεί να κατανοήσει αυτά τα μακρινά ουράνια σώματα, τόσο καλύτερες προσπάθειες κάνει, και αυτό είναι το κέρδος. Η αδράνεια οδηγεί σε στασιμότητα. Η έρευνα μπορεί να μην φτάνει ως το τέλος – και ποιό είναι άραγε το τέλος; – αλλά οπωσδήποτε ανοίγει παράλληλους ορίζοντες και δίνει θάρρος για νέες κατακτήσεις και αποκαλύψεις.
Ο άνθρωπος είναι εφοδιασμένος με μη ορατά όργανα στο σώμα του, τα οποία ωστόσο του δίνουν την ικανότητα να ελπίζει και να επιμένει στην προσπάθεια για καλύτερη κατανόηση του κόσμου που μάς περιβάλλει. Σε αυτά, λοιπόν, τα μη ορατά όργανα που κατοικούν μέσα στο σώμα, αλλά δεν είναι ανιχνεύσιμα – ακόμη – με τα μηχανήματα, εκεί κατοικεί και η πίστη.
Η πίστη είναι η ικανότητα του ατόμου να βλέπει χωρίς να βλέπουν τα μάτια του, να γνωρίζει χωρίς να βλέπει ή να αγγίζει, να θεωρεί υπαρκτά πράγματα που δεν έχει τρόπο να τα προσεγγίσει, και γενικά η πίστη του ανθρώπου τον συνδέει με τον μη ορατό – ακόμη – κόσμο, εκείνο τον κόσμο που δίδαξε ο Χριστός ότι ήταν, από εκεί ήρθε εδώ, και από εδώ έφυγε για να επιστρέψει εκεί που ήταν πριν έρθει εδώ, χωρίς ποτέ να φύγει ούτε από εδώ ούτε από εκεί.
Και μπορεί όλα αυτά να ακούγονται ως λογοπαίχνιο, ωστόσο και ο Κολόμβος από μια ελπίδα ξεκίνησε, ότι θα βρει τις Ινδίες, τις οποίες δεν βρήκε τελικά, αλλά ανακάλυψε την Αμερικανική ήπειρο, με ό,τι αποτέλεσμα αυτή η ανακάλυψη είχε για την καθημερινή μας ζωή όλου του πλανήτη. Η Αμερικανική ήπειρος ήταν εκεί, αλλά εμείς δεν το ξέραμε, μέχρι που κάποιος τολμηρός αναζητώντας το γνωστό στόχο της Ινδίας, έφτασε στον άγνωστο τόπο, χωρίς ποτέ να τον κατηγορήσει κάποιος ότι δεν βρήκε τις Ινδίες.
Και μεταξύ μας, οι Ινδίες ξέραμε ότι υπάρχουν, άρα δεν θα ανακάλυπτε κάτι άγνωστο. Στην προσπάθειά του όμως να φτάσει στον γνωστό στόχο, ανακάλυψε ένα νέο κόσμο, μια νέα πηγή πλούτου που αφορά όλη την ανθρωπότητα. Η αποτυχία του να φτάσει στις Ινδίες ξεχάστηκε. Η ανακάλυψη μιάς άλλης ηπείρου, αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερης αξίας. Οι προσπάθειες να φτάσουμε στον κόσμο που δίδαξε ο Χριστός μπορεί να μην πετύχουν να φτάσουμε ως εκεί, όμως στην διαδρομή ανοίγονται νέες χώρες για κατάκτηση, όχι μόνο για “πληρέστερους χάρτες”, αλλά και για τον πλούτο που διαθέτουν αυτές οι χώρες για τον κάθε αναζητητή αυτής γης που δίδαξε ο Χριστός.