Η προστασία είναι έμφυτη στον άνθρωπο, αλλά – νομίζω – και σε κάθε ζωντανό οργανισμό. Χωρίς προστασία κάθε νεογέννητο πεθαίνει άμεσα, ή ταλαιπωρείται με επιπτώσεις στο προσωπικό του μέλλον, λόγω της έλλειψης της προστασίας τον καιρό που την είχε ανάγκη. Αυτός είναι ένας παγκόσμιος νόμος για την ζωή, η οποία στα πρώτα της στάδια έχει ανάγκη προστασίας, δηλαδή μέχρι να αποκτήσει την δυνατότητα της αυτοσυντήρησης και αυτοπροστασίας.
Διότι όλοι οι οργανισμοί που γεννιούνται πάνω στην γη, προέρχονται από ένα προστατευμένο περιβάλλον την περίοδο της κυοφορίας, άρα η εμφάνισή τους στο νέο περιβάλλον μετά την γέννηση, δημιουργεί προσβολές σε ένα αδύναμο οργανισμό, με κίνδυνο για την επιβίωσή του. Δηλαδή, δεν αρκεί η γέννηση, αλλά απαιτείται και η προστασία, ώστε να ολοκληρώνεται ο κύκλος της ζωής. Διαφορετικά το νεογέννητο πεθαίνει, και δεν υπάρχει τρόπος επαναφοράς στην ζωή.
Συνεπώς η προστασία δεν είναι θέμα συναισθηματικό, αλλά θέμα της πρακτικής επιβίωσης όλων των οργανισμών την πρώτη – και όχι μόνον – φορά που συναντά τους σκοπέλους της πραγματικής καθημερινής ζωής. Και αυτό είναι σπουδαίο ως στοιχείο, διότι από αυτό προκύπτει και ο στενός σύνδεσμος μεταξύ γονέων και τέκνων, μιλώντας μόνο για τους ανθρώπους, αλλά αντίστοιχα θέματα παρατηρούνται και στο ζωικό βασίλειο.
Οι γονείς μεριμνούν για την αναγκαία προστασία του νεογέννητου, και αυτό έχει διπλή συνέπεια. Από την μια την επιβίωση του τέκνου, και από την άλλη την ανάπτυξη του ισχυρού συνδέσμου με το νεογέννητο, το οποίο κληρονομεί αυτή την συνέπεια, για να την εφαρμόσει και στην δική του επόμενη γενεά των δικών του τέκνων. Έτσι η προστασία μετατρέπεται σε αγάπη, διότι η επαφή και η μέριμνα δημιουργεί σύνδεσμο εσωτερικού χαρακτήρα και όχι εξωτερικών συμφερόντων. Και αυτός ο εσωτερικός σύνδεσμος μετατρέπει το άτομο-γονέα σε προστάτη, με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ζωή και των δύο. Γονέων και τέκνων.
Αυτός ο σύνδεσμος είναι το κύριο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης καθημερινότητας. Διότι μπορεί το παιδί να μην ακολουθήσει το επάγγελμα των γονέων, αλλά αυτό δεν μειώνει την επαφή και την αναγνώριση της προστασίας που είχε το τέκνο την πρώτη περίοδο της ζωής του. Και πάνω σε αυτή την αλήθεια της ζωής θεμελίωσε ο Χριστός όλη του την διδασκαλική αποκάλυψη: Ο άνθρωπος, κάθε άνθρωπος, δεν είναι δημιούργημα μόνο, αλλά συνδέεται με τον γονέα του, με τον οποίο διαθέτει κοινά εξωτερικά χαρακτηριστικά, χωρίς όμως να ταυτίζεται κατά πάντα.
Διότι η ταύτιση και η ομοίωση απαιτεί μακρόχρονη σχέση, σε αντίθεση με την σύλληψη και την γέννηση, που αποτελούν στιγμιαίες ή σύντομες πράξεις. Η ανάπτυξη, η αύξηση του παιδιού, το μεγάλωμά του, είναι η περίοδος που το τέκνο μαθαίνει από τον γονέα του την πρακτική πλευρά, δηλαδή πώς να εφαρμόζει τους νόμους της φύσης, μέσα σε αυτούς και την αγάπη που προκύπτει από την προστασία, και να επιβιώνει κάτω από τις δύσκολες καταστάσεις της καθημερινότητας στην οποία εισέρχεται, παρακολουθώντας τους γονείς του.
Η αποκάλυψη του Χριστού ότι ο δημιουργός του ανθρώπου είναι πατέρας έλυσε όλα τα ερωτήματα της ζωής, διότι παραπέμπει στην αναζήτηση και γνωριμία του δημιουργού, αλλά μέσα από την σχέση γονέα – πατέρα, και τέκνου. Οι αόριστες υποθέσεις για την δημιουργία του ανθρώπου αποτελούν φανταστικά κατασκευάσματα, που δεν λύνουν, αλλά περιπλέκουν τους κανόνες της αναγνώρισης της αλήθειας του κόσμου, βυθίζοντας το άτομο σε αδιέξοδα και ανασφάλεια.