Ο άρτος – και οι τροφές γενικότερα – αναφέρονται στην κάλυψη αναγκών επιβίωσης του φυσικού μας σώματος. Το θέαμα, αυτά που βλέπουν τα μάτια μας και τα μηνύματα που προέρχονται από όσα βλέπουμε ή φτάνουν στην συνείδησή μας, αναφέρονται στον ψυχικό μας κόσμο, τον κόσμο που κατοικεί μέσα στο φυσικό μας σώμα, αλλά δεν είναι ορατός με τα φυσικά μας μάτια.
Άρα, πρόκειται για δύο διαφορετικές πηγές αγαθών: η μία φροντίζει για την επάρκεια των δυνάμεων του φυσικού μας σώματος, και η άλλη φροντίζει για την επάρκεια των των δυνάμεων του ψυχικού μας σώματος, το οποίο, ωστόσο, κατοικεί μέσα στο φυσικό μας σώμα.
Αυτή η πραγματικότητα που βιώνει κάθε ζωντανός άνθρωπος καθημερινά, οδηγεί στο απλοϊκό συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος, ο ανθρώπινος οργανισμός, δεν είναι μόνο ύλη ορατή που εισέρχεται μέσα στο σώμα του για να επιβιώνει, αλλά είναι αναγκαία και άλλα στοιχεία ύλης, μη ορατά, τα οποία και αυτά συμβάλλουν στην επαρκή ισορροπία της ζωής μας μέσα στην ατομική καθημερινότητα.
Από την όραση, λοιπόν, από τις εικόνες που περνούν μπροστά από τα μάτια μας, από το θέαμα, περνούν μυριάδες μη ορατά στοιχεία, τα οποία εισέρχονται μέσα μας, στον ψυχικό μας πλέον κόσμο και όχι μόνο στο φυσικό μας σώμα, και εκεί εγκαθίστανται, κάνοντας το δικό τους έργο, δηλαδή τροφοδοτώντας τον ψυχικό μας κόσμο με τα στοιχεία εκείνα που έχει ανάγκη, προκειμένου να κινητοποιεί το φυσικό μας σώμα, στην πορεία της καθημερινότητας, και να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της πρακτικής μας ζωής κάθε στιγμή.
Διότι, όταν για παράδειγμα οδηγούμε ένα αυτοκίνητο, το σώμα μας μένει ακίνητο, αλλά εμείς δρούμε και αντιδρούμε με βάση, όχι μόνο του φυσικό μας σώμα, αλλά και τις πληροφορίες και τα ερεθίσματα που φτάνουν στην συνείδησή μας μέσω του θεάματος, της φυσικής κατάστασης που υπάρχει κάθε στιγμή μπροστά μας. Και αυτή η απλοϊκή παρατήρηση παραπέμπει σε μια πολύπλοκη διαδικασία, η οποία λαμβάνει χώρα μέσα στο σώμα μας, αλλά δεν είναι ορατή με τα φυσικά μας μάτια, ως εσωτερική και μη ορατή διεργασία που ενεργείται μέσα στο φυσικό μας σώμα.
Και αυτό αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο το φυσικό του σώμα, πράγμα για το οποίο κανείς δεν αμφιβάλλει, αλλά είναι κάτι πολύ περισσότερο, κάτι πολύ πιο βαθύ – ίσως απύθμενο, χωρίς βυθό, άβυσσος – μέσα στο οποίο συμβαίνουν δράσεις και αντιδράσεις, που δεν υποπίπτουν μεν στην δική μας φυσική αντίληψη, αλλά είναι κατανοητές μέσα από τα αποτελέσματα που βιώνουμε όλοι κάθε στιγμή καθημερινά.
Άρα, το μη ορατό στοιχείο που εισέρχεται μέσω της όρασης στην συνείδησή μας, κάνει ένα σπουδαίο έργο: μάς φέρνει σε επικοινωνία με τον πραγματικό κόσμο αμφίδρομα. Δηλαδή, από την μια λαμβάνουμε μηνύματα – ένα ατύχημα μπροστά μας, ένα κόκκινο φανάρι στην διασταύρωση – και από την άλλη εμείς αντιδρούμε στην πληροφορία που έρχεται μέσα μας από την διαδικασία της οράσεως.
Το άτομο, δηλαδή, δεν είναι ένα μηχανικό μόνο δημιούργημα, αλλά το άτομο – ως υπόσταση – είναι κάτι πολύ πιό σύνθετο, με πολλαπλές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα όλες – μα όλες – μέσα στο φυσικό του σώμα, και αυτό αποτελεί την πρακτική πλευρά της καθημερινότητάς μας. Και στην διδασκαλία του Χριστού αυτή η διαφοροποίηση μεταξύ της σάρκας- φυσικού σώματος – και του μη ορατού σώματος της ψυχής και του πνεύματος, αποτελεί μια πληροφορία και αποκάλυψη κεφαλαιώδους αξίας για όσους ενδιαφέρονται για το μη ορατό μέλλον και την αιωνιότητα.