Η κατανόηση του κόσμου, δηλαδή πρώτα του εαυτού μας, και κατόπιν του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο περνάμε τον χρόνο της επίγειας ζωής μας, αποτελεί ένα σπουδαίο – ίσως το σπουδαιότερο – στοιχείο, από εκείνα τα οποία συνθέτουν την καθημερινή μας ευθύνη.
Και για μεν τον εαυτό μας, – σωματικό, ψυχικό – το θέμα εναπόκειται στο ενδιαφέρον μας, δηλαδή εάν μάς απασχολεί η συμπεριφορά μας απέναντι στους άλλους ή ακόμη και απέναντι στον εαυτό μας. Όταν όμως ερχόμαστε στην επαφή μας με το κόσμο, το κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον που ισχύει για το κάθε άτομο στην δική του σφαίρα διαβίωσης, εκεί τα πράγματα είναι, προφανώς, περισσότερο περίπλοκα.
Διότι κανείς δεν ξέρει τον άλλον άνθρωπο. Βλέπουμε και ακούμε μόνον. Το τί όμως έχει το άλλο άτομο μέσα του, σκέψεις, συναισθήματα, βιώματα, απαιτήσεις, εντυπώσεις, κλπ, όλα αυτά παραμένουν καλά κρυμμένα μέσα του, και απαιτείται χρόνος και προσπάθεια για να γίνει κατανοητή η δική του περίπτωση σε σχέση με το δικό μου άτομο. Διότι, εκείνο που για μένα είναι κακό, για κάποιον άλλον μπορεί να είναι καλό και πολύτιμο. Άρα η δική μου γνώμη και κρίση δεν καλύπτει και ολόκληρο το φάσμα των αξιών του απέναντι ατόμου.
Μια σχέση αμφίδρομη είναι πιο δύσκολα κατανοητή, από μια σχέση μονόδρομου. Εάν ο ένας διατάζει και ο άλλος υπακούει υποχρεωτικά, τότε τα πράγματα είναι απλά. Την ευθύνη την έχει όποιος έχει την εξουσία να διατάζει, και η σχέση ολοκληρώνεται. Είναι μια σχέση μονόδρομου. Εάν όμως ο άλλος απλά υποδεικνύει ένα δρόμο, αυτό δεν καθιστά τον άλλον υπόχρεο, διότι έχει και διατηρεί το δικαίωμα των δικών του επιλογών, δηλαδή να ακολουθήσει αυτόν ή ένας άλλον δρόμο.
Τότε το θέμα καθίσταται πολύπλοκο, διότι επιμερίζονται και οι ευθύνες. Αυτός που υπέδειξε τον δρόμο, είχε την ευθύνη της υπόδειξης, αλλά δεν έχει την ευθύνη της διαφορετικής πορείας, την οποία τελικά έχει επιλέξει ο άλλος. Τότε, ο “δάσκαλος” που υπέδειξε τον δρόμο διατηρεί την ευθύνη της γνώμης του. Δεν έχει όμως καμία ευθύνη για την διαφορετική πορεία που έχει επιλέξει το άτομο με προσωπική του ευθύνη. Στην περίπτωση αυτή η “υπόδειξη του δασκάλου” αποτελεί ενοχοποιητικό στοιχείο για την αποτυχία του διαφορετικού δρόμου που έχει επιλέξει με προσωπική του ευθύνη το άλλο άτομο. Διότι απέφυγε να τηρήσει την οδηγία του “δασκάλου”.
Και επειδή αυτά αποτελούν καθημερινή εμπειρία όλων μας, είναι φυσικό η καλύτερη κατανόηση των οδηγιών του “δασκάλου” να συνδράμει και στην καλύτερη κατανόηση του κόσμου που βρίσκεται έξω, αλλά και μέσα μας. Ο δάσκαλος δεν είναι πάντα μαζί μας. Μαζί μας είναι τα λόγια της διδασκαλίας του, τα οποία μάς θυμίζουν τις δικές του οδηγίες για το καλό, το καλύτερο και το άριστο, ώστε κατά την διάρκεια των δικών μας επιλογών, να παίρνουμε αποφάσεις που θα είναι χρήσιμες και ωφέλιμες για την δική μας περίπτωση μέσα στην προσωπική μας καθημερινότητα.
Ο δάσκαλος έκανε το μάθημα, πήρε την αμοιβή του. Ο μαθητής κέρδισε ή έχασε. Ο δάσκαλος ούτε καρδίζει ούτε χάνει από την αποτυχία του μαθητή, ο οποίος έκανε τις δικές του επιλογές και κέρδισε ή έχασε. Αυτή είναι η πρακτική πλευρά της διδασκαλίας του Χριστού. Ο Χριστός εξήγησε τι συμβαίνει μέσα στον σώμα του ατόμου κατά τον ψυχικό του κόσμο, δηλαδή τις λειτουργίες που γίνονται μέσα στο σώμα, αλλά δεν αφορούν μόνο το σώμα, όπως οι σκέψεις, τα συναισθήματα, οι επιλογές. Οι μαθητές του, δηλαδή οι Χριστιανοί, έχουμε την ευθύνη των δικών μας επιλογών. Ο Χριστός δεν έχει καμία ευθύνη.