Για να έχει νόημα και αποτέλεσμα η καθοδήγηση από έναν οδηγό, άνθρωπο, βιβλίο, πληροφορία, κλπ, το πρώτο πράγμα που εξετάζουμε είναι εάν είναι εμπιστος, δηλαδή εάν έχει δοκιμαστεί, “έχει περάσει από εξετάσεις με επιτυχία” όπως λέμε, και ανάλογα εμπιστευόμαστε. Διότι η εμπιστοσύνη αφορά το φυσικό πρόσωπο, το οποίο εμπιστεύεται τον οδηγό για τον λόγο που τον καλεί να τον οδηγήσει εκεί, που το φυσικό πρόσωπο επιθυμεί.
Δεν πρόκειται για θεωρία, αλλά πρόκειται για την καθημερινή μας πρακτική στην ζωή, από τα πιο ασήμαντα – οδηγός παρασκευής φαγητού, κλπ – μέχρι τα πιο σοβαρά θέματα υγείας και επιτυχίας, θέματα που σχετίζονται με την προσωπική μας ζωή. Με λίγα λόγια, όλοι αναζητούμε τον έμπιστο οδηγό στις προσωπικές μας υποθέσεις, όταν πρόκειται για θέματα που δεν γνωρίζουμε, και αποφεύγουμε τα πρόχειρα και τα μη δοκιμασμένα.
Μάλιστα, για όσους θέλουν η πίστη τους να αποτελεί καθημερινό στοιχείο στην επαφή τους με την γύρω κοινωνία, η επιλογή της καλύτερης καθοδήγησης παίζει πρωτεύοντα ρόλο. Διότι, η πίστη ως εφόδιο και στοιχείο του εσωτερικού μας κόσμου, αποτελεί δομικό δεδομένο, το οποίο στηρίζει το ορθό, και απαγορεύει ή αποτρέπει το άτομο από το λανθασμένο ή το το πονηρό. Διότι, δεν τα ξέρουμε όλα, άρα χρειαζόμαστε οδηγό για να μάς βοηθά στις επιλογές μας, ώστε να έχουμε τα καλύτερα αποτελέσματα. Και επειδή – κατά κανόνα – τον οδηγό τον χρειαζόμαστε για τα δύσκολα και τα μελλοντικά, η πίστη παίζει αναβαθμισμένο ρόλο, αφού αυτή εγγυάται τη καλύτερη προσέγγιση του άγνωστου που μάς περιμένει την επόμενη στιγμή του προσωπικού μας μέλλοντος.
Αυτός ήταν και ο λόγος που ο Χριστός δεν έμεινε μόνο στην παραδοχή της αξίας του Ναού του Σολομώντα, αλλά επέλεξε απλούς αλλά σώφρονες ανθρώπους με εμπειρία στην ζωή της καθημερινότητας – ήταν όλοι επαγγελματίες, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τις πληροφορίες των κειμένων της Καινής Διαθήκης – και αυτούς προσπάθησε να διδάξει το μέλλον, εξηγώντας και το γνωστό τους παρελθόν. Από την μια εξηγούσε το παρελθόν και όσα ήξεραν οι ακροατές του για την ιστορία του λαού τους, και από την άλλη υποδείκνυε και τον τρόπο εφαρμογής της πίστης στην αναζήτηση της καλύτερης επιλογής ανάμεσα στα πολλά δεδομένα που θα προέκυπταν στην δική τους καθημερινότητα στο μέλλον.
Διότι η διδασκαλία του Χριστού δεν ήταν θεολογική μόνον, αλλά ήταν και για την εφαρμογή της αλήθειας των πραγμάτων στην ατομική καθημερινότητα κάθε ενδιαφερόμενου προσώπου για την εξάσκηση της πίστης του στον – κατά τα άλλα – άγνωστο θεό και τον ίδιο τον Χριστό. Περιόρισε δηλαδή τα ιερά πρόσωπα που εμπλέκονται – κατά το Σύμβολο της Πίστεως – στην σχέση του ατόμου με τον θεό δια της πίστεως, και υπέδειξε τον τρόπο για την αναγνώριση του αλήθειας μεταξύ του ψεύδους και της απάτης, ανεξάρτητα από το πρόσωπο που εμπλέκεται και την εξουσία του.
Στόχος της διδασκαλίας του δεν ήταν να γίνουμε όλοι θεολόγοι και κληρικοί – αυτό θα ήταν ουτοπία για όλο τον πληθυσμό της γης – αλλά στόχος του ήταν κάθε άτομο που αναζητά απαντήσεις στα μικρά ή τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής και της προσωπικής μας καθημερινότητας, να βελτιώνει την επαφή του με την αποκαλυπτική αλήθεια που χορηγεί ο θεός σε κάθε άτομο που ενδιαφέρεται να εφαρμόζει στην δική του ζωή τον νόμο της Αλήθειας, απολαμβάνοντας τα κέρδη από το φως της δικής του διδασκαλίας.