Ένας οδηγός είναι πολύτιμος, εάν μπορεί να οδηγήσει ένα άτομο – ή μια κοινωνία ανθρώπων – σε ένα προορισμό. Και αυτό δηλώνει και προϋποθέτει, ότι ο οδηγός, άνθρωπος, ιδέα, σύστημα ή οτιδήποτε άλλο θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε ως βοηθό στην δική μας άγνοια, πρέπει να έχει αποδείξει ότι είναι σε θέση, όχι μόνο να ξεκινήσει μαζί μας το ταξίδι που εμείς θέλουμε να κάνουμε, αλλά να έχει κάνει αυτό το ταξίδι πολλές φορές, και από την αρχή ως το τέλος, προκειμένου να γνωρίζει και τα επόμενα στάδια του ταξιδιού, ώστε να οδηγεί με ασφάλεια ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες.
Διότι, κάθε ταξίδι στην ζωή μας έχει μια αφετηρία, αλλά ποτέ δεν ολοκληρώνεται εάν δεν μάς φέρει στον στόχο για τον οποίο ξεκινήσαμε. Δεν θέλουμε, δηλαδή, να ακολουθήσουμε κάποιον οδηγό, ο οποίος ξέρει μεν την σημερινή μας θέση-αφετηρία, ξέρει γνωσιολογικά και την κατάληξη του ταξιδιού μας, αλλά δεν έχει πάει ως εκεί ποτέ ο ίδιος ως ζώσα ύπαρξη, ώστε να γνωρίζει και τις τελικές λεπτομέρειες, αφού από αυτές πιθανόν να εξαρτηθεί και η δική μας επιτυχία.
Η άγνοια και η απειρία ενός οδηγού, πιθανόν να οδηγήσει το ταξίδι μας σε αποτυχία ή και τραγωδία, και αυτό είναι προσωπική εμπειρία όλων των ζωντανών ανθρώπων, οι οποίοι ξεκίνησαν με έναν οδηγό χωρίς εμπειρία του τέλους, και τελικά χάθηκαν στην διαδρομή, χάνοντας και τα πολύτιμα στοιχεία που είχαν επενδύσει στο ταξίδι αυτό της ζωής τους.
Η πείρα, η γνώση, και η εμπειρία ενός οδηγού, είναι η καλύτερη εγγύηση για την επιτυχία και του δικού μας ταξιδιού. Η απουσία αυτών, θέτει σε κίνδυνο και την δική μας προσπάθεια. Η θεωρία και τα ευχολόγια δεν συνιστούν ασφαλή βάση για να στηρίξουμε και την δική μας προσπάθεια να κατακτήσουμε οτιδήποτε, αλλά απαιτείται η καλύτερη δυνατή γνώση και εμπειρία του οδηγού, προκειμένου να μειωθούν οι πιθανότητες μιας αποτυχίας.
Διότι κάθε ταξίδι είναι μια πρωτόγνωρη για κάθε ζωντανό άνθρωπο εμπειρία, και τα λάθη δεν διορθώνονται, αλλά πληρώνονται και μάλιστα με υψηλό τίμημα μέσα στην ατομική μας καθημερινότητα, στοιχείο γνωστό σε όσους έχουν επιχειρήσει να κατακτήσουν άγνωστες περιοχές της επίγειας ζωής τους.
Και ο Χριστός ως Διδάσκαλος, ήταν ο πρώτος που άνοιξε τον δρόμο με εμπειρία από το Άλφα έως το Ωμέγα, αφού ο ίδιος είχε – και συνεχίζει να έχει – την μοναδική εμπειρία της συνολικής διαδρομής, από την αφετηρία έως το τέλος της πορείας καθενός ανθρώπου. Μόνο ο ίδιος ξέρει με ασφάλεια τις κακοτοπιές και τα πιθανά αδιέξοδα της προσωπικής μας ζωής, αλλά ξέρει και τα μονοπάτια εξόδου από τα αδιέξοδα, όπως προκύπτει από τα λόγια της δικής του υγιαίνουσας διδασκαλίας, η οποία περιέχεται μέσα στην Καινή Διαθήκη.
Ο Χριστός δεν έγραψε τίποτα, όπως όλοι ξέρουμε. Άφησε στο Πνεύμα το Άγιο και τους μαθητές του, ανθρώπους όχι με πλούσιες γνώσεις αλλά με εμπειρία της πορείας του πάνω στην γη, να καταγράψουν όσα εκείνος είχε εξηγήσει και είχε πράξει κατά το διάστημα της εδώ παραμονής του. Το αίσιο τέλος ήταν η εξανάσταση από τον τάφο. Η αξία της υγιαίνουσας διδασκαλίας του αποδείχθηκε μέσα στα δύο χιλιάδες χρόνια ζωής από τότε.
Ο μόνος ασφαλής οδηγός είναι ο ίδιος, που παραμένει ζωντανός μετά την ανάστασή του, αλλά και τα λόγια της δικής του διδασκαλίας, τα οποία, πέρα από την ιστορική τους αξία, έχουν και την δύναμη να σοφίσουν κάθε άτομο μέσα στην προσωπική του καθημερινότητα, ώστε να επιλέγει το ωφέλιμο και χρήσιμο για την επιτυχία του στόχου του, αφήνοντας στην άκρη κάθε ανώφελο και μη χρήσιμο για την προσωπική του ζωή.