Οι κατακτήσεις της γης και οι κατακτήσεις των επιγείων πραγμάτων και θεμάτων απασχολούν τους ηγέτες των χωρών του πλανήτη, πάνω στον οποίο περνάμε ολόκληρο τον επίγειο βίο μας. Και αυτές οι κατακτήσεις ορίζουν και καθορίζουν και τους κυβερνήτες, οι οποίοι με την σειρά τους παίζουν τον καθοριστικό ρόλο στην καθημερινότητα όλων των υπηκόων τους.
Αυτή είναι η κλασσική οπτική της άσκησης εξουσιών πάνω στον πλανήτη, χωρίς να χρειάζεται να σχολιάσουμε τα υπέρ ή τα κατά κάθε κυβερνήτη κάθε κράτους. Διότι, καθένας έχει το κράτος και τους υπηκόους του, τους οποίους κρίνει, αλλά και ο ίδιος κρίνεται για τους χειρισμούς του στην διαχείριση της εξουσίας που του αναθέτουν ή εν πάσει περιπτώσει ασκεί ο κυβερνήτης. Και αυτός ο κυβερνήτης δεν είναι ένας, αλλά είναι πολλοί, αφού καθένα άτομο δεν έρχεται σε επαφή με τον κυβερνήτη, αλλά με την κυβέρνησή του και τα όργανα άσκησης της εξουσίας, που το κάθε όργανο έχει επωμιστεί να τηρεί. Αυτός είναι ο γενικός κανόνας, η γενική εικόνα της ανθρώπινης κοινωνίας σήμερα, αλλά σε γενικές γραμμές αυτή ήταν πάντοτε με μικρές ή μεγάλες ίσως αποκλίσεις.
Και αυτό αποδεικνύει την ισχύ της εξουσίας, η οποία παρά την δισαρμονία με τους υπηκόους της, συνεχίζει να υφίσταται ως γενική αρχή εξουσίας – τα πρόσωπα εναλλάσσονται στην άσκηση της εξουσίας, και όχι οι εξουσίες – και αυτή η εξουσία παίζει τον καθοριστικό ρόλο στην ποιότητα της ζωής των ατόμων που είναι εξαρτημένα ή υπόκεινται στην συγκεκριμένη εξουσία. Και με βάση αυτή την κοινωνική εικόνα των ανθρωπίνων κοινωνιών, εύκολα γίνεται κατανοητή η διαφορά μεταξύ των ηγετών.
Διότι υπάρχουν ηγέτες που κρίνονται με καλό βαθμό, αλλά υπάρχουν και ηγέτες που κρίνονται με αρνητικό βαθμό, ανάλογα με το πόσο ωφελούνται οι υπήκοοι τους οποίους εξουσιάζει. Και αυτή είναι η αρχή, με την οποία οι άνθρωποι της πίστεως ασκούν τα καθημερινά τους κοινωνικά καθήκοντα, δηλαδή εντάσσονται μέσα στην κοινωνία στην οποία ζουν. Δηλαδή, κατανοούν τις διαφορές μεταξύ των κοινωνικών δεδομένων που είναι υποχρεωτικά, και μεταξύ των ατομικών δεδομένων, τα οποία είναι επιλογές του ατόμου και δεν επιβάλλονται έξωθεν.
Τα άτομα δηλαδή της πίστεως στην Ανάσταση του Χριστού, τους Χριστιανούς δηλαδή, δεν έχουν μόνο τον επίγειο άρχοντα στον οποίο κάνουν υπακοή εξ ανάγκης, αλλά έχουν και έναν άλλο άρχοντα, ο οποίος καθορίζει την επέκεινα του τάφου ζωή, αλλά επεμβαίνει και στην ατομική καθημερινότητα, προκειμένου το άτομο να υπερβαίνει τα εμπόδια και να αυξάνεται στην δύναμη της πίστεως, μέσω της οποίας αυξάνεται και κατά την εσωτερική του δύναμη, δηλαδή δύναμη θέλησης και σοφίας, ώστε να υπερβαίνει και όχι να παραβαίνει τους επίγειους κανόνες, οι οποίοι – κατά κανόνα – περιορίζουν ή και εμποδίζουν την ελεύθερη επιλογή μεταξύ πολλών δεδομένων.
Αυτή είναι η βασική αρχή της διδασκαλίας του Χριστού. Όχι παράβαση των κοινωνικών αρχών που ορίζουν οι άρχοντες του κόσμου, αλλά αναζήτηση των αρχών που εξοπλίζουν το άτομο με ικανότητα διάκρισης και δύναμη υπέρβασης του ψεύδους και της απάτης, μέσω της αλήθειας και της αρετής. Οι άρχοντες του κόσμου τούτου μεταχειρίζονται αυτές τις μεθόδους, του ψεύδους και της επιθυμίας της απάτης. Ο άρχοντας Χριστός υποδεικνύει στο άτομο, και ενισχύει το άτομο, να κατανοεί το μακροχρόνιο συμφέρον του έναντι του προσωρινού και εφήμερου. Αυτή είναι η σπουδαία κατάκτηση για τον άνθρωπο της πίστεως.