Κάθε κατάκτηση μάς κάνει υπερήφανους και νιώθουμε δικαιωμένοι για τις προσπάθειές μας. Ωστόσο, ενώ αυτό είναι φυσικό επακόλουθο για κάθε άνθρωπο, εκεί ακριβώς βρίσκεται και το ευαίσθητο σημείο της προσωπικής μας συνείδησης. Διότι η υπερηφάνεια όταν προέρχεται από κόπους, συνήθως παραμένει μέσα μας ως απλή ικανοποίηση. Όταν όμως δεν προέρχεται από δικές μας προσπάθειες, τότε ξεφεύγει, και γίνεται αλαζονεία, δηλαδή μη ελεγχόμενη υπερηφάνεια, από την οποία είναι βέβαιο ότι θα προκύψουν λάθη εκτιμήσεων, άρα και λανθασμένες ενέργειες, οι οποίες θα μάς εκθέσουν αρνητικά.
Για τον λόγο αυτό και ο Χριστός δίδαξε πράξεις και όχι θεωρία. Διότι η θεωρητική γνώση είναι πολύτιμη, εάν βεβαίως έχει και έργα εφαρμογής. Διαφορετικά γεννά υπερηφάνεια, ίσως και αλαζονεία και ύβρη, η οποία αποκόπτει το άτομο από την πραγματική ζωή. Και αυτό σημαίνει για τον κάθε ενδιαφερόμενο να διατηρήσει την πιστη του, ότι πρέπει η θεωρητική γνώση να συνοδεύεται ως αντίβαρο και από πρακτικά έργα αντίστοιχου βάρους, ώστε να ελαττώνονται οι πιθανότητες της αλαζονείας, η οποία στερεί το άτομο από την πολύτιμη ταπείνωση.
Διότι η αλαζονεία θέτει για το άτομο φραγμούς στην επαφή με τον δημιουργό του σύμπαντος κόσμου, άρα και με την ενίσχυση της δύναμης που έχουμε καθημερινά ανάγκη. Αντίθετα, η ταπείνωση πηγαίνει μπροστά από την επιτυχία της κατάκτησης. Αυτή ήταν η πρακτική του Χριστού όταν ήταν ως άνθρωπος πάνω στην γη. Ταπεινώθηκε για να δείξει τον δρόμο της κατάκτησης. Όχι γιατί δεν είχε την δύναμη, αλλά έπρεπε να δείξει τον δρόμο της επιτυχίας σε όσους ενδιαφέρονταν για αυτό τον δρόμο και όχι μόνο για το χειροκρότημα και την ανθρώπινη αναγνώριση και έπαινο.
Μάλιστα, όταν προκλήθηκε να κάνει ένα θαύμα για να πιστέψουν στο πρόσωπό του, τους παρέπεμψε στο θαύμα του προφήτη Ιωνά. Κανένα θαύμα δεν έκανε ο Χριστός κατά παραγγελία, ή για το χειροκρότημα. Έκανε θαύματα που ήταν πολύτιμα για τους γύρω του, θεραπεύοντας και ελευθερώνοντας ανθρώπους που υπόφεραν, ενώ για τους μαθητές του δεν έκανε κανένα θαύμα, αρκούμενος μόνο στα μαθήματα και τις εξηγήσεις για όσα ήξεραν από την Παλαιά Διαθήκη.
Ο Χριστός δεν κατέκτησε τον ουρανό και την γη γιατί έκανε θαύματα, αλλά γιατί εκτελούσε το θέλημα του πατέρα του, λέγοντας και εξηγώντας, ότι όποιος θέλει να έρθει στην βασιλεία του θεού, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η εκτέλεση του θελήματος του θεού, και όχι μόνο η επίκληση του ονόματος του θεού. Τα έργα αποδεικνύουν τις κατακτήσεις μας. Και τότε η κατάκτηση είναι για οικοδομή της πίστης και της αρετής, και όχι τροφή για την αλαζονεία του βίου μας.