Τα πολλαπλά μηνύματα φέρνουν σύγχυση.
Ωστόσο, όλοι κάνουμε το ίδιο. Δεν καταργούμε την εφαρμογή των μηνυμάτων, αλλά επιλέγουμε όσα από αυτά είναι χρήσιμα για την προσωπική μας ζωή. Το σύνολο των υπολοίπων μάς αφήνει αδιάφορους. Συνεπώς, αυτή είναι η πρακτική της καθημερινής μας ζωής. Διακρίνουμε το ωφέλιμο για μάς, και παραβλέπουμε το επιζήμιο ή το άνευ σημασίας για το δικό μας συμφέρον χρόνου και δύναμης.
Και αυτή η διάκριση μεταξύ ωφέλιμου και επιζήμιου, δηλαδή μεταξύ καλού και κακού για το άτομό μας, είναι θεμελιώδες στοιχείο της ύπαρξής μας. Ακόμη και τα βρέφη, πριν μάθουν οτιδήποτε για την ζωή και τις αξίες της, έχουν την ικανότητα, όταν κάτι δεν τους αρέσει, να το δείχνουν, και μάλιστα με πολύ έντονο τρόπο, για όσους έχουν αναθρέψει παιδιά. Διότι, χωρίς αυτή την ικανότητα της διάκρισης μεταξύ καλού- κακού ή ωφέλιμου και επιζήμιου, προφανώς το άτομο θα τερματίσει σύντομα τον βίο του, διότι τα αρνητικά θα επιφέρουν ζημία, και εάν συνεχιστεί η αρνητική πρόσληψη, θα επέλθει η δηλητηρίαση του οργανισμού, με τραγικές συνέπειες για το μέλλον.
Και όλα αυτά, δηλαδή η ικανότητα της διάκρισης και η επιλογή και η απόρριψη, είναι μέσα στον υπαρξιακό μας χαρακτήρα, και δεν είναι επίκτητο στοιχείο. Καλλιεργείται στην συνέχεια της καθημερινής μας ζωής, αλλά – ως ικανότητα – πηγάζει από την σύνθεση των στοιχείων του φυσικού μας σώματος, του οποίου τους μηχανισμούς δεν έχουμε ακόμη αποκωδικοποιήσει. Και είναι προφανές από την πείρα, ότι όσο μεγαλώνει το άτομο και έρχεται σε επαφή με τα θετικά και τα αρνητικά, με τα ωφέλιμα και τα επιζήμια, γίνεται πιο σοφό, και επιλέγει από μακριά το καλό και ωφέλιμο, απορρίπτοντας από μακριά το κακό και το πονηρό.
Μάλιστα, για τους ανθρώπους της πίστεως στην υγιαίνουσα διδασκαλία του Χριστού, αυτό το στοιχείο της διάκρισης καλού- πονηρού, όχι μόνο υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο που γεννιέται, αλλά το επίπεδο αυτής της ικανότητας της διάκρισης φτάνει μέχρι το επίπεδο της πληρότητας του δημιουργού του σύμπαντος κόσμου, συνεπώς και του ανθρώπου.

Όλοι ξέρουμε να διακρίνουμε το καλό από το κακό, το αγαθό από το πονηρό. Δεν μάς λείπει ικανότητα διάκρισης, αλλά λείπει η επιθυμία για το καλό και το αγαθό. Και αυτό είναι το μεγάλο μας πρόβλημα. Τα μηνύματα που φτάνουν στην συνείδησή μας είναι καλά και ωφέλιμα, ή επιζήμια και πονηρά. Εμείς το ξέρουμε, και εάν κάτι δεν γνωρίζουμε, τώρα πλέον έχουμε τον τρόπο να μαθαίνουμε το συμφέρον μας. Απλά απαιτείται γνώση και παραδοχή ότι ξέρουμε να διακρίνουμε το καλό από το κακό, και αυτό που μάς παρασύρει ως συνείδηση είναι η άγνοια ή η πώρωση της δικής μας συνειδήσεως.
Δεν φταίνε τα μηνύματα που φτάνουν σε εμάς. Δεν φταίει η ικανότητα της διάκρισης, που είναι θείο δώρο και το βλέπουμε από την βρεφική ηλικία. Αυτό που φταίει είναι ο δικός μας συμβιβασμός με την μετριότητα και την αδιαφορία. Μετριότητα, διότι μετράμε με βάση τον κανόνα της κοινωνίας και όχι της αλήθειας. Αδιαφορία, γιατί μέσα στον σωρό των μηνυμάτων, παραβλέπουμε το καλό και ωφέλιμο, και επιλέγουμε το επιζήμιο και το πονηρό. Όχι γιατί δεν ξέρουμε, αλλά γιατί είμαστε πρόχειροι, και δεν δοκιμάζουμε τα πράγματα. Η δοκιμή φέρνει την εμπειρία. Και η εμπειρία εδραιώνει την επίγνωση της αλήθειας για το προσωπικό μας μακροχρόνιο συμφέρον.